作陶
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατασκευή πορσελάνης, κατασκευή κεραμικών, αγγειοπλαστική
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 作陶する
- Παρόν (ευγενικό)
- 作陶します
- Άρνηση (απλή)
- 作陶しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 作陶しません
- Παρελθόν (απλό)
- 作陶した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 作陶しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 作陶しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 作陶しませんでした
- Τε-μορφή
- 作陶して
- Δυνητική
- 作陶できる
- Προστακτική
- 作陶しろ
- Βουλητική
- 作陶しよう
- Υποθετική (ば)
- 作陶すれば
- Υποθετική (たら)
- 作陶したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 作陶したい
- Απαγορευτική (~な)
- 作陶するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 作陶しなさい
- Παθητική
- 作陶される
- Αιτιατική
- 作陶させる