かだ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό εξαπατώ, παραπλανώ, λέω ψέματα
  2. 02 διαπράττω μοιχεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
佞む
Παρόν (ευγενικό)
佞みます
Άρνηση (απλή)
佞まない
Άρνηση (ευγενική)
佞みません
Παρελθόν (απλό)
佞んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
佞みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
佞まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
佞みませんでした
Τε-μορφή
佞んで
Δυνητική
佞める
Προστακτική
佞め
Βουλητική
佞もう
Υποθετική (ば)
佞めば