はいけん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φέρων ξίφος
  2. 02 ξίφος που φέρει κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
佩剣する
Παρόν (ευγενικό)
佩剣します
Άρνηση (απλή)
佩剣しない
Άρνηση (ευγενική)
佩剣しません
Παρελθόν (απλό)
佩剣した
Παρελθόν (ευγενικό)
佩剣しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
佩剣しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
佩剣しませんでした
Τε-μορφή
佩剣して
Δυνητική
佩剣できる
Προστακτική
佩剣しろ
Βουλητική
佩剣しよう
Υποθετική (ば)
佩剣すれば