はいよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο φέρων (διακριτικό, σπαθί κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
佩用する
Παρόν (ευγενικό)
佩用します
Άρνηση (απλή)
佩用しない
Άρνηση (ευγενική)
佩用しません
Παρελθόν (απλό)
佩用した
Παρελθόν (ευγενικό)
佩用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
佩用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
佩用しませんでした
Τε-μορφή
佩用して
Δυνητική
佩用できる
Προστακτική
佩用しろ
Βουλητική
佩用しよう
Υποθετική (ば)
佩用すれば