使つかまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ το ίδιο αντικείμενο για πολλούς σκοπούς, επαναχρησιμοποιώ
  2. 02 αγγαρεύω κάποιον, εξαντλώ κάποιον με πολλές δουλειές

Κλίση

Παρόν (απλό)
使い回す
Παρόν (ευγενικό)
使い回します
Άρνηση (απλή)
使い回さない
Άρνηση (ευγενική)
使い回しません
Παρελθόν (απλό)
使い回した
Παρελθόν (ευγενικό)
使い回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
使い回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
使い回しませんでした
Τε-μορφή
使い回して
Δυνητική
使い回せる
Προστακτική
使い回せ
Βουλητική
使い回そう
Υποθετική (ば)
使い回せば