使つかい方かた

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρόπος χρήσης, χρήση, χρησιμοποίηση
  2. 02 τρόπος χειρισμού (π.χ. υπαλλήλων, υφισταμένων), τρόπος αντιμετώπισης, αντιμετώπιση

Παραδείγματα

  • このペン、使つかい方かたが簡単かんたんです。

    Αυτό το στυλό είναι εύκολο στη χρήση.

  • 新あたらしいスマートフォンの使つかい方かたがまだよく分わかりません。

    Ακόμα δεν έχω καταλάβει καλά πώς χρησιμοποιείται το νέο smartphone.

  • このソフトウェアは多機能たきのうですが、その複雑ふくざつな使つかい方かたをマスターするには、かなりの時間じかんと努力どりょくが必要ひつようです。

    Αυτό το λογισμικό έχει πολλές λειτουργίες, αλλά για να κατακτήσεις τον πολύπλοκο τρόπο χρήσης του, απαιτείται αρκετός χρόνος και προσπάθεια.