使つかばし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών (για λογαριασμό άλλου)
  2. 02 παιδί για τα θελήματα, βοηθός γενικών καθηκόντων

Κλίση

Παρόν (απλό)
使い走りする
Παρόν (ευγενικό)
使い走りします
Άρνηση (απλή)
使い走りしない
Άρνηση (ευγενική)
使い走りしません
Παρελθόν (απλό)
使い走りした
Παρελθόν (ευγενικό)
使い走りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
使い走りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
使い走りしませんでした
Τε-μορφή
使い走りして
Δυνητική
使い走りできる
Προστακτική
使い走りしろ
Βουλητική
使い走りしよう
Υποθετική (ば)
使い走りすれば