使い
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 θελήματα, αποστολή, δουλειά
- 02 αγγελιοφόρος, απεσταλμένος, παιδί για θελήματα, κομιστής
- 03 πνεύμα (που υπηρετεί μάγο), δαίμονας, ξωτικό
- 04 χρήση, χρήστης, εκπαιδευτής, θηριοδαμαστής, χειριστής, γητευτής
Παραδείγματα
-
私はスーパーへお使に行きます。
Πάω στο σούπερ μάρκετ για θελήματα.
-
新しいソフトの使い方を覚えています。
Μαθαίνω πώς να χρησιμοποιώ το νέο λογισμικό.
-
限られた資源の使い方が、持続可能な社会を築く鍵となるでしょう。
Η έξυπνη χρήση των περιορισμένων πόρων θα είναι το κλειδί για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης κοινωνίας.