使れい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροχή εντολών σε κάποιον και αξιοποίηση των υπηρεσιών του
  2. 02 υπηρέτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
使令する
Παρόν (ευγενικό)
使令します
Άρνηση (απλή)
使令しない
Άρνηση (ευγενική)
使令しません
Παρελθόν (απλό)
使令した
Παρελθόν (ευγενικό)
使令しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
使令しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
使令しませんでした
Τε-μορφή
使令して
Δυνητική
使令できる
Προστακτική
使令しろ
Βουλητική
使令しよう
Υποθετική (ば)
使令すれば