使ようにん

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπάλληλος, υπηρέτης

Παραδείγματα

  • 使用人しようにんがいます。

    Έχω υπηρέτη.

  • そのいえにはたくさんの使用人しようにんはたらいていました。

    Σε εκείνο το σπίτι δούλευαν πολλοί υπηρέτες.

  • かれ長年ながねん使用人しようにん全幅ぜんぷく信頼しんらいいており、家庭かてい一切いっさいまかせていました。

    Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον μακροχρόνιο υπηρέτη του και του άφηνε όλες τις οικογενειακές υποθέσεις.