はべらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω κάποιον στην υπηρεσία μου, έχω κάποιον στο πλευρό μου, διατηρώ κάποιον ως συνοδεία (π.χ. βοηθούς, ερωμένες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
侍らせる
Παρόν (ευγενικό)
侍らせます
Άρνηση (απλή)
侍らせない
Άρνηση (ευγενική)
侍らせません
Παρελθόν (απλό)
侍らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
侍らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
侍らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
侍らせませんでした
Τε-μορφή
侍らせて
Δυνητική
侍らせられる
Προστακτική
侍らせろ
Βουλητική
侍らせよう
Υποθετική (ば)
侍らせれば