供出
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποχρεωτική προσφορά αγαθών στο κράτος (π.χ. σε καιρό πολέμου), παράδοση στο κράτος σε καθορισμένη τιμή (π.χ. ρυζιού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 供出する
- Παρόν (ευγενικό)
- 供出します
- Άρνηση (απλή)
- 供出しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 供出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 供出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 供出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 供出しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 供出しませんでした
- Τε-μορφή
- 供出して
- Δυνητική
- 供出できる
- Προστακτική
- 供出しろ
- Βουλητική
- 供出しよう
- Υποθετική (ば)
- 供出すれば
- Υποθετική (たら)
- 供出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 供出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 供出するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 供出しなさい
- Παθητική
- 供出される
- Αιτιατική
- 供出させる