よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μνημόσυνο για τους νεκρούς, τέλεση επιμνημόσυνης δέησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
供養する
Παρόν (ευγενικό)
供養します
Άρνηση (απλή)
供養しない
Άρνηση (ευγενική)
供養しません
Παρελθόν (απλό)
供養した
Παρελθόν (ευγενικό)
供養しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
供養しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
供養しませんでした
Τε-μορφή
供養して
Δυνητική
供養できる
Προστακτική
供養しろ
Βουλητική
供養しよう
Υποθετική (ば)
供養すれば