とも

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδός, ακόλουθος, υπηρετικό προσωπικό, ακολουθία

Κλίση

Παρόν (απλό)
供する
Παρόν (ευγενικό)
供します
Άρνηση (απλή)
供しない
Άρνηση (ευγενική)
供しません
Παρελθόν (απλό)
供した
Παρελθόν (ευγενικό)
供しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
供しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
供しませんでした
Τε-μορφή
供して
Δυνητική
供できる
Προστακτική
供しろ
Βουλητική
供しよう
Υποθετική (ば)
供すれば