ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 依る, 拠る οφείλομαι σε, προκαλούμαι από
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 依る εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 因る, 由る εδράζομαι σε, προέρχομαι από
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 拠る εδρεύω σε (μια τοποθεσία, έναν οργανισμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
依る
Παρόν (ευγενικό)
依ります
Άρνηση (απλή)
依らない
Άρνηση (ευγενική)
依りません
Παρελθόν (απλό)
依った
Παρελθόν (ευγενικό)
依りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
依らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
依りませんでした
Τε-μορφή
依って
Δυνητική
依れる
Προστακτική
依れ
Βουλητική
依ろう
Υποθετική (ば)
依れば