依怙贔屓えこひいき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιωματισμός ευνοιοκρατία, μεροληψία, προκατάληψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
依怙贔屓する
Παρόν (ευγενικό)
依怙贔屓します
Άρνηση (απλή)
依怙贔屓しない
Άρνηση (ευγενική)
依怙贔屓しません
Παρελθόν (απλό)
依怙贔屓した
Παρελθόν (ευγενικό)
依怙贔屓しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
依怙贔屓しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
依怙贔屓しませんでした
Τε-μορφή
依怙贔屓して
Δυνητική
依怙贔屓できる
Προστακτική
依怙贔屓しろ
Βουλητική
依怙贔屓しよう
Υποθετική (ば)
依怙贔屓すれば