たく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάθεση, εμπιστοσύνη
  2. 02 στήριξη, ακούμπημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
依託する
Παρόν (ευγενικό)
依託します
Άρνηση (απλή)
依託しない
Άρνηση (ευγενική)
依託しません
Παρελθόν (απλό)
依託した
Παρελθόν (ευγενικό)
依託しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
依託しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
依託しませんでした
Τε-μορφή
依託して
Δυνητική
依託できる
Προστακτική
依託しろ
Βουλητική
依託しよう
Υποθετική (ば)
依託すれば