侮あなどる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιφρονώ, υποτιμώ, θεωρώ ασήμαντο, καταφρονώ, σνομπάρω, απαξιώνω

Παραδείγματα

  • 人ひとを侮あなどってはいけません。

    Δεν πρέπει να υποτιμάς τους ανθρώπους.

  • 経験けいけんの少すくない若者わかものだと侮あなどらず、真剣しんけんに話はなを聞ききました。

    Άκουσα προσεκτικά, χωρίς να τον υποτιμήσω επειδή ήταν ένας νέος με λίγη εμπειρία.

  • 長年ながねんの努力どりょくを経へて築きずき上あげた彼かれの実績じっせきを、新参者しんざんものの私わたしが軽々かるがるしく侮あなどることはできません。

    Εγώ, ως νεοφερμένος, δεν μπορώ να υποτιμήσω εύκολα τα επιτεύγματά του, τα οποία έχτισε μέσα από χρόνια σκληρής δουλείας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
侮る
Παρόν (ευγενικό)
侮ります
Άρνηση (απλή)
侮らない
Άρνηση (ευγενική)
侮りません
Παρελθόν (απλό)
侮った
Παρελθόν (ευγενικό)
侮りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
侮らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
侮りませんでした
Τε-μορφή
侮って
Δυνητική
侮れる
Προστακτική
侮れ
Βουλητική
侮ろう
Υποθετική (ば)
侮れば