おか

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισβάλλω, κάνω επιδρομή, παραβιάζω (εναέριο χώρο κ.λπ.), παρεισφρέω, καταπατώ
  2. 02 προσβάλλω, καταστρατηγώ
  3. 03 βλάπτω, προσβάλλω, επηρεάζω (αρνητικά)

Παραδείγματα

  • わたしだれ権利けんりおかしません

    Δεν παραβιάζω τα δικαιώματα κανενός.

  • かれらは他国たこく領土りょうどおかそうとしました。

    Προσπάθησαν να εισβάλουν στην επικράτεια άλλης χώρας.

  • 個人こじんのプライバシーをおかような行為こういは、法律ほうりつかたきんじられています。

    Ενέργειες που παραβιάζουν την ιδιωτικότητα των ατόμων απαγορεύονται αυστηρά από το νόμο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
侵す
Παρόν (ευγενικό)
侵します
Άρνηση (απλή)
侵さない
Άρνηση (ευγενική)
侵しません
Παρελθόν (απλό)
侵した
Παρελθόν (ευγενικό)
侵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
侵さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
侵しませんでした
Τε-μορφή
侵して
Δυνητική
侵せる
Προστακτική
侵せ
Βουλητική
侵そう
Υποθετική (ば)
侵せば