侵しん略りゃく

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισβολή (π.χ. σε χώρα), επιδρομή, επίθεση, επιθετικότητα

Παραδείγματα

  • 侵略しんりゃくはいけません。

    Οι εισβολές δεν είναι σωστές.

  • 他国たこくへの侵略しんりゃくは許ゆるされません。

    Η εισβολή σε άλλες χώρες δεν επιτρέπεται.

  • 歴史れきしを振り返るふりかえると、侵略しんりゃくは常つねに多大ただいな犠牲ぎせいと破壊はかいをもたらしてきました。

    Αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία, οι εισβολές πάντα προκαλούσαν τεράστιες απώλειες και καταστροφές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
侵略する
Παρόν (ευγενικό)
侵略します
Άρνηση (απλή)
侵略しない
Άρνηση (ευγενική)
侵略しません
Παρελθόν (απλό)
侵略した
Παρελθόν (ευγενικό)
侵略しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
侵略しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
侵略しませんでした
Τε-μορφή
侵略して
Δυνητική
侵略できる
Προστακτική
侵略しろ
Βουλητική
侵略しよう
Υποθετική (ば)
侵略すれば