しんしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραβίαση, εισβολή, διάβρωση (π.χ. μεριδίου αγοράς, δικαιωμάτων)
  2. 02 διάβρωση, διάβρωση (από χημικά ή περιβαλλοντικά αίτια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
侵食する
Παρόν (ευγενικό)
侵食します
Άρνηση (απλή)
侵食しない
Άρνηση (ευγενική)
侵食しません
Παρελθόν (απλό)
侵食した
Παρελθόν (ευγενικό)
侵食しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
侵食しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
侵食しませんでした
Τε-μορφή
侵食して
Δυνητική
侵食できる
Προστακτική
侵食しろ
Βουλητική
侵食しよう
Υποθετική (ば)
侵食すれば