便べんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ικανοποιώ, εξυπηρετώ σκοπό, διευκολύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
便ずる
Παρόν (ευγενικό)
便ずます
Άρνηση (απλή)
便ずない
Άρνηση (ευγενική)
便ずません
Παρελθόν (απλό)
便ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
便ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
便ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
便ずませんでした
Τε-μορφή
便ずて
Δυνητική
便ずられる
Προστακτική
便ずろ
Βουλητική
便ずよう
Υποθετική (ば)
便ずれば