便たよ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νέα, ειδήσεις, πληροφορίες, αλληλογραφία, επιστολή

Κλίση

Παρόν (απλό)
便りする
Παρόν (ευγενικό)
便りします
Άρνηση (απλή)
便りしない
Άρνηση (ευγενική)
便りしません
Παρελθόν (απλό)
便りした
Παρελθόν (ευγενικό)
便りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
便りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
便りしませんでした
Τε-μορφή
便りして
Δυνητική
便りできる
Προστακτική
便りしろ
Βουλητική
便りしよう
Υποθετική (ば)
便りすれば