便乗
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκμετάλλευση (μιας ευκαιρίας), τάση να ακολουθεί κανείς το ρεύμα
- 02 συνεπιβίβαση, οτοστόπ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 便乗する
- Παρόν (ευγενικό)
- 便乗します
- Άρνηση (απλή)
- 便乗しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 便乗しません
- Παρελθόν (απλό)
- 便乗した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 便乗しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 便乗しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 便乗しませんでした
- Τε-μορφή
- 便乗して
- Δυνητική
- 便乗できる
- Προστακτική
- 便乗しろ
- Βουλητική
- 便乗しよう
- Υποθετική (ば)
- 便乗すれば
- Υποθετική (たら)
- 便乗したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 便乗したい
- Απαγορευτική (~な)
- 便乗するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 便乗しなさい
- Παθητική
- 便乗される
- Αιτιατική
- 便乗させる