便宜を図る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου, διευκολύνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 便宜を図る
- Παρόν (ευγενικό)
- 便宜を図ります
- Άρνηση (απλή)
- 便宜を図らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 便宜を図りません
- Παρελθόν (απλό)
- 便宜を図った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 便宜を図りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 便宜を図らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 便宜を図りませんでした
- Τε-μορφή
- 便宜を図って
- Δυνητική
- 便宜を図れる
- Προστακτική
- 便宜を図れ
- Βουλητική
- 便宜を図ろう
- Υποθετική (ば)
- 便宜を図れば
- Υποθετική (たら)
- 便宜を図ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 便宜を図りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 便宜を図るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 便宜を図りなさい
- Παθητική
- 便宜を図られる
- Αιτιατική
- 便宜を図らせる