Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
係
がかり
係
係
がかり
επίθημα
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
かかり
01
επίθημα
αρμοδιότητα, καθήκον, υπεύθυνος, υπάλληλος, γραμματέας
Παραδείγματα
世話係
せわがかり
συνοδός, άτομο που φροντίζει τις ανάγκες κάποιου, κηδεμόνας
記録係
きろくがかり
τηρητής αρχείων, γραμματέας, αρχειοθέτης
案内係
あんないがかり
υπάλληλος πληροφοριών, ξεναγός, ταξιθέτης
受付係
うけつけがかり
υπάλληλος υποδοχής, γραμματέας