じょうにのせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω ένα θέμα προς συζήτηση, βάζω στο τραπέζι προς εξέταση, αναλαμβάνω ένα ζήτημα για συζήτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
俎上にのせる
Παρόν (ευγενικό)
俎上にのせます
Άρνηση (απλή)
俎上にのせない
Άρνηση (ευγενική)
俎上にのせません
Παρελθόν (απλό)
俎上にのせた
Παρελθόν (ευγενικό)
俎上にのせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
俎上にのせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
俎上にのせませんでした
Τε-μορφή
俎上にのせて
Δυνητική
俎上にのせられる
Προστακτική
俎上にのせろ
Βουλητική
俎上にのせよう
Υποθετική (ば)
俎上にのせれば