ぞくしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινή ονομασία, λαϊκή ονομασία
  2. 02 κοσμικό όνομα (βουδιστή μοναχού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
俗称する
Παρόν (ευγενικό)
俗称します
Άρνηση (απλή)
俗称しない
Άρνηση (ευγενική)
俗称しません
Παρελθόν (απλό)
俗称した
Παρελθόν (ευγενικό)
俗称しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
俗称しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
俗称しませんでした
Τε-μορφή
俗称して
Δυνητική
俗称できる
Προστακτική
俗称しろ
Βουλητική
俗称しよう
Υποθετική (ば)
俗称すれば