けんをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασφαλίζω
  2. 02 ιδιωματισμός καταστρώνω εναλλακτικό σχέδιο, παίρνω τα μέτρα μου, παίζω εκ του ασφαλούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
保険をかける
Παρόν (ευγενικό)
保険をかけます
Άρνηση (απλή)
保険をかけない
Άρνηση (ευγενική)
保険をかけません
Παρελθόν (απλό)
保険をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
保険をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
保険をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
保険をかけませんでした
Τε-μορφή
保険をかけて
Δυνητική
保険をかけられる
Προστακτική
保険をかけろ
Βουλητική
保険をかけよう
Υποθετική (ば)
保険をかければ