しんじがたい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απίστευτος, αδιανόητος, μη πειστικός

Παραδείγματα

  • それはしんじがたいはなしです。

    Αυτή είναι μια απίστευτη ιστορία.

  • かれうことは、わたしにはしんじがたいことでした。

    Αυτό που έλεγε μου φαινόταν απίστευτο.

  • 現代げんだいにおいても、しんじがたいような出来事できごと世界中せかいじゅうきています。

    Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, συμβαίνουν απίστευτα γεγονότα σε όλο τον κόσμο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
信じがたい
Παρόν (ευγενικό)
信じがたいです
Άρνηση (απλή)
信じがたくない
Άρνηση (ευγενική)
信じがたくないです
Παρελθόν (απλό)
信じがたかった
Παρελθόν (ευγενικό)
信じがたかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
信じがたくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
信じがたくなかったです
Τε-μορφή
信じがたくて
Υποθετική (ば)
信じがたければ