しんじる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιστεύω, εμπιστεύομαι, έχω πίστη σε

Παραδείγματα

  • わたしかれしんじます

    Τον πιστεύω.

  • ゆめしんじて頑張がんばりましょう。

    Ας πιστέψουμε στα όνειρά μας και ας προσπαθήσουμε.

  • どんな困難こんなんがあっても、自分じぶんしんじてえることが大切たいせつです。

    Όσες δυσκολίες κι αν υπάρξουν, είναι σημαντικό να πιστεύεις στον εαυτό σου και να τις ξεπερνάς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
信じる
Παρόν (ευγενικό)
信じます
Άρνηση (απλή)
信じない
Άρνηση (ευγενική)
信じません
Παρελθόν (απλό)
信じた
Παρελθόν (ευγενικό)
信じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
信じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
信じませんでした
Τε-μορφή
信じて
Δυνητική
信じられる
Προστακτική
信じろ
Βουλητική
信じよう
Υποθετική (ば)
信じれば