しん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιστεύω ο ένας στον άλλον, εμπιστεύομαι ο ένας τον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
信じ合う
Παρόν (ευγενικό)
信じ合います
Άρνηση (απλή)
信じ合わない
Άρνηση (ευγενική)
信じ合いません
Παρελθόν (απλό)
信じ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
信じ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
信じ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
信じ合いませんでした
Τε-μορφή
信じ合って
Δυνητική
信じ合える
Προστακτική
信じ合え
Βουλητική
信じ合おう
Υποθετική (ば)
信じ合えば