しんずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιστεύω, έχω πίστη σε, εμπιστεύομαι, εξομολογούμαι σε, εμπιστεύομαι τυφλά

Κλίση

Παρόν (απλό)
信ずる
Παρόν (ευγενικό)
信ずます
Άρνηση (απλή)
信ずない
Άρνηση (ευγενική)
信ずません
Παρελθόν (απλό)
信ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
信ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
信ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
信ずませんでした
Τε-μορφή
信ずて
Δυνητική
信ずられる
Προστακτική
信ずろ
Βουλητική
信ずよう
Υποθετική (ば)
信ずれば