しゅうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μελετώ, ολοκληρώνω (μάθημα), καλλιεργώ, κατέχω (γνώση ή δεξιότητα)
  2. 02 διορθώνω, επανορθώνω, επισκευάζω
  3. 03 τελώ (βουδιστική λειτουργία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
修する
Παρόν (ευγενικό)
修します
Άρνηση (απλή)
修しない
Άρνηση (ευγενική)
修しません
Παρελθόν (απλό)
修した
Παρελθόν (ευγενικό)
修しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
修しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
修しませんでした
Τε-μορφή
修して
Δυνητική
修できる
Προστακτική
修しろ
Βουλητική
修しよう
Υποθετική (ば)
修すれば