おさめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μελετώ, ολοκληρώνω (ένα πρόγραμμα σπουδών), καλλιεργώ, κατακτώ
  2. 02 τακτοποιώ (τη ζωή κάποιου)
  3. 03 διορθώνω (ένα σφάλμα που έχει διαπράξει κάποιος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
修める
Παρόν (ευγενικό)
修めます
Άρνηση (απλή)
修めない
Άρνηση (ευγενική)
修めません
Παρελθόν (απλό)
修めた
Παρελθόν (ευγενικό)
修めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
修めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
修めませんでした
Τε-μορφή
修めて
Δυνητική
修められる
Προστακτική
修めろ
Βουλητική
修めよう
Υποθετική (ば)
修めれば