しゅうりょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκλήρωση (ενός προγράμματος σπουδών ή μαθήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
修了する
Παρόν (ευγενικό)
修了します
Άρνηση (απλή)
修了しない
Άρνηση (ευγενική)
修了しません
Παρελθόν (απλό)
修了した
Παρελθόν (ευγενικό)
修了しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
修了しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
修了しませんでした
Τε-μορφή
修了して
Δυνητική
修了できる
Προστακτική
修了しろ
Βουλητική
修了しよう
Υποθετική (ば)
修了すれば