しゅうせいしんこく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβολή διορθωτικής δήλωσης (εισοδήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
修正申告する
Παρόν (ευγενικό)
修正申告します
Άρνηση (απλή)
修正申告しない
Άρνηση (ευγενική)
修正申告しません
Παρελθόν (απλό)
修正申告した
Παρελθόν (ευγενικό)
修正申告しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
修正申告しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
修正申告しませんでした
Τε-μορφή
修正申告して
Δυνητική
修正申告できる
Προστακτική
修正申告しろ
Βουλητική
修正申告しよう
Υποθετική (ば)
修正申告すれば