ばいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διπλασιάζω
  2. 02 αυξάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
倍する
Παρόν (ευγενικό)
倍します
Άρνηση (απλή)
倍しない
Άρνηση (ευγενική)
倍しません
Παρελθόν (απλό)
倍した
Παρελθόν (ευγενικό)
倍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
倍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
倍しませんでした
Τε-μορφή
倍して
Δυνητική
倍できる
Προστακτική
倍しろ
Βουλητική
倍しよう
Υποθετική (ば)
倍すれば