まい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμονή σε ενοικιαζόμενο χώρο, νοικιασμένο σπίτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
借り住まいする
Παρόν (ευγενικό)
借り住まいします
Άρνηση (απλή)
借り住まいしない
Άρνηση (ευγενική)
借り住まいしません
Παρελθόν (απλό)
借り住まいした
Παρελθόν (ευγενικό)
借り住まいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
借り住まいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
借り住まいしませんでした
Τε-μορφή
借り住まいして
Δυνητική
借り住まいできる
Προστακτική
借り住まいしろ
Βουλητική
借り住まいしよう
Υποθετική (ば)
借り住まいすれば