ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δανεισμός (χρημάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
借り入れする
Παρόν (ευγενικό)
借り入れします
Άρνηση (απλή)
借り入れしない
Άρνηση (ευγενική)
借り入れしません
Παρελθόν (απλό)
借り入れした
Παρελθόν (ευγενικό)
借り入れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
借り入れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
借り入れしませんでした
Τε-μορφή
借り入れして
Δυνητική
借り入れできる
Προστακτική
借り入れしろ
Βουλητική
借り入れしよう
Υποθετική (ば)
借り入れすれば