借覧
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δανεισμός και ανάγνωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 借覧する
- Παρόν (ευγενικό)
- 借覧します
- Άρνηση (απλή)
- 借覧しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 借覧しません
- Παρελθόν (απλό)
- 借覧した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 借覧しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 借覧しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 借覧しませんでした
- Τε-μορφή
- 借覧して
- Δυνητική
- 借覧できる
- Προστακτική
- 借覧しろ
- Βουλητική
- 借覧しよう
- Υποθετική (ば)
- 借覧すれば
- Υποθετική (たら)
- 借覧したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 借覧したい
- Απαγορευτική (~な)
- 借覧するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 借覧しなさい
- Παθητική
- 借覧される
- Αιτιατική
- 借覧させる