しゃっきんくるしむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασφυκτιώ λόγω χρεών

Κλίση

Παρόν (απλό)
借金で苦しむ
Παρόν (ευγενικό)
借金で苦しみます
Άρνηση (απλή)
借金で苦しまない
Άρνηση (ευγενική)
借金で苦しみません
Παρελθόν (απλό)
借金で苦しんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
借金で苦しみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
借金で苦しまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
借金で苦しみませんでした
Τε-μορφή
借金で苦しんで
Δυνητική
借金で苦しめる
Προστακτική
借金で苦しめ
Βουλητική
借金で苦しもう
Υποθετική (ば)
借金で苦しめば