なら

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μιμούμαι, ακολουθώ, αντιγράφω, προσομοιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
倣う
Παρόν (ευγενικό)
倣います
Άρνηση (απλή)
倣わない
Άρνηση (ευγενική)
倣いません
Παρελθόν (απλό)
倣った
Παρελθόν (ευγενικό)
倣いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
倣わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
倣いませんでした
Τε-μορφή
倣って
Δυνητική
倣える
Προστακτική
倣え
Βουλητική
倣おう
Υποθετική (ば)
倣えば