うご

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κίνηση τιμής, διακύμανση τιμής

Κλίση

Παρόν (απλό)
値動きする
Παρόν (ευγενικό)
値動きします
Άρνηση (απλή)
値動きしない
Άρνηση (ευγενική)
値動きしません
Παρελθόν (απλό)
値動きした
Παρελθόν (ευγενικό)
値動きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
値動きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
値動きしませんでした
Τε-μορφή
値動きして
Δυνητική
値動きできる
Προστακτική
値動きしろ
Βουλητική
値動きしよう
Υποθετική (ば)
値動きすれば