はつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταυτόχρονη εμφάνιση, σύμπτωση
  2. 02 συρροή εγκλημάτων, διάπραξη δύο ή περισσότερων εγκλημάτων την ίδια στιγμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
倶発する
Παρόν (ευγενικό)
倶発します
Άρνηση (απλή)
倶発しない
Άρνηση (ευγενική)
倶発しません
Παρελθόν (απλό)
倶発した
Παρελθόν (ευγενικό)
倶発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
倶発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
倶発しませんでした
Τε-μορφή
倶発して
Δυνητική
倶発できる
Προστακτική
倶発しろ
Βουλητική
倶発しよう
Υποθετική (ば)
倶発すれば