倹しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φειδωλός, οικονόμος, λιτός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 倹しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 倹しいです
- Άρνηση (απλή)
- 倹しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 倹しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 倹しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 倹しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 倹しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 倹しくなかったです
- Τε-μορφή
- 倹しくて
- Υποθετική (ば)
- 倹しければ
- Υποθετική (たら)
- 倹しかったら