へんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι προκατειλημμένος, έχω μεροληψία, είμαι μονόπλευρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
偏する
Παρόν (ευγενικό)
偏します
Άρνηση (απλή)
偏しない
Άρνηση (ευγενική)
偏しません
Παρελθόν (απλό)
偏した
Παρελθόν (ευγενικό)
偏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偏しませんでした
Τε-μορφή
偏して
Δυνητική
偏できる
Προστακτική
偏しろ
Βουλητική
偏しよう
Υποθετική (ば)
偏すれば