偏る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γέρνω, κλίνω προς μία κατεύθυνση
- 02 είμαι ανισόρροπος (π.χ. διατροφή), δίνω υπερβολική έμφαση σε κάτι, συγκεντρώνομαι σε κάτι
- 03 μεροληπτώ, είμαι προκατειλημμένος, τρέφω προκαταλήψεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 偏る
- Παρόν (ευγενικό)
- 偏ります
- Άρνηση (απλή)
- 偏らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 偏りません
- Παρελθόν (απλό)
- 偏った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 偏りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 偏らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 偏りませんでした
- Τε-μορφή
- 偏って
- Δυνητική
- 偏れる
- Προστακτική
- 偏れ
- Βουλητική
- 偏ろう
- Υποθετική (ば)
- 偏れば
- Υποθετική (たら)
- 偏ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 偏りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 偏るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 偏りなさい
- Παθητική
- 偏られる
- Αιτιατική
- 偏らせる