へんぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μερική παράγωγος, μερική παραγώγιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
偏微分する
Παρόν (ευγενικό)
偏微分します
Άρνηση (απλή)
偏微分しない
Άρνηση (ευγενική)
偏微分しません
Παρελθόν (απλό)
偏微分した
Παρελθόν (ευγενικό)
偏微分しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偏微分しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偏微分しませんでした
Τε-μορφή
偏微分して
Δυνητική
偏微分できる
Προστακτική
偏微分しろ
Βουλητική
偏微分しよう
Υποθετική (ば)
偏微分すれば