へんたま

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό παραχωρώ ένα από τα κάντζι του ονόματός μου σε κάποιον (για παράδειγμα σε έναν αξιωματικό υπηρέτη ή σε έναν νέο που ενηλικιώνεται)

Κλίση

Παρόν (απλό)
偏諱を賜う
Παρόν (ευγενικό)
偏諱を賜います
Άρνηση (απλή)
偏諱を賜わない
Άρνηση (ευγενική)
偏諱を賜いません
Παρελθόν (απλό)
偏諱を賜った
Παρελθόν (ευγενικό)
偏諱を賜いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偏諱を賜わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偏諱を賜いませんでした
Τε-μορφή
偏諱を賜って
Δυνητική
偏諱を賜える
Προστακτική
偏諱を賜え
Βουλητική
偏諱を賜おう
Υποθετική (ば)
偏諱を賜えば